Γκουρμέ

Γκουρμέ

-Ε μωρή κοπέλα, τι ναι κειό το γκουρμέ που λένε πως εφέρανε κάτω φτου στο Βαθύ για να’ χουμε το καλό το ρώτημα; Ρώτησε η θεια Κούλα την εγγονή της τη Γιωργία που ετοιμαζότανε να βγει.
-Γιαγιάκα μου για κει ετοιμάζομαι κι εγώ. Με άκουσες να μιλάω στο τηλέφωνο με τη Μαρία και γι’ αυτό ρωτάς; Απάντησε η μικρή.
-Τι λες μανούλα μου που θα κάτσω γω ν’ ακουρμαστώ τα τελέφωνά σας. Άλλη όρεξη δεν είχα μαθές, είπε χολωμένη η γιαγιά βάζοντας τα χέρια στη μέση της, έτοιμη για καυγά.
-Καλά ρε γιαγιά, τσίλαρε λίγο, μη χαλιέσαι. Απλά μου φάνηκε τέρμα λογικό και γι’ αυτό σε ρώτησα. Αν θες ετοιμάσου να σε πάρουμε κι εσένα μαζί, είπε χαμογελώντας το κορίτσι, μη πιστεύοντας ότι η γιαγιά θα δεχτεί.

Έλα όμως που έκανε λάθος…

-Στάκα νια χαψά να πάου να συγυριστώ κι έρχομαι, είπε η γριά αποφασισμένη. Να βάλω και ποντάλι ή θα’ ναι παραπανίσο; Μωρέ ας το βάλω και δε βαριέσαι; Τι το φ’λάου να μου το βάν’νε κοντά σα πάου στον Άη Κωσταντίνο; Κάτσε να πάρω και τη καλή μου τη τσίπα με τα κρόσσα κάνε, μονολόγησε.  
-Δε’ μπιστεύω να’ ρτει η Μαρία με κάνα μηχανάκι, είπε φωναχτά στη συνέχεια…Εγώ δεν ανεβαίνω απάνου σε μοτοσακά. Νια βολά η Δημήτρω ανέβηκε στου παιδιού τση, και πιάστηκε το κότολο στη ρόδα κι αποκουπιστήκανε κας στο δεύτερο γιοφύρι …

Η Γιωργία ωστόσο αιφνιδιάστηκε. Δεν περίμενε τέτοια αποφασιστικότητα από  τη γιαγιά της, η οποία παρότι φορούσε την παραδοσιακή μεγανησιώτικη φορεσιά, συμμετείχε σχεδόν σε όλα τα μοντέρνα «δρώμενα».  Έτσι, αποφάσισε να την πάρει μαζί της, γιατί αν δεν το έκανε, ποιος ξέρει τι θα άκουγε βραδιάτικα.

-Θα  πω στη Μαρία να πάμε με το αμάξι, είπε το κορίτσι. Μην ανησυχείς για το αποκούπισμα, της είπε με νάζι.
Σε λίγη ώρα λοιπόν, είχαν φτάσει στο χωριό κι έκαναν τη βόλτα τους στην παραλία, βαδίζοντας προς το εστιατόριο και χαιρετώντας ακατάπαυστα σχεδόν όλους τους διαβάτες που συναντούσαν. Το ραντάρ της θεια Κούλας είχε πάρει φωτιά. Δεν υπήρχε κανείς που να μην είχε σκαναριστεί απ’ την κορυφή ως τα νύχια…
-Και δε μου λες για να’ χω το καλό ερώτημα, -είπε η γιαγιά στη Γιωργία- τι πουλιούνε ευτού; Φαγιά παράξενα και ξωτικά έλεγε η Φτυχία εψές που τ’ άκ’σε απ’ τ’ αγγόνι τση. Ήτανε λέει κάτι ονόματα κάτω φτούθε, που τ’ αλησμόνησε δελέγκου, είπε δείχνοντας συγχρόνως με το χέρι της αόριστα το νότο, για να προσδιορίσει το «κάτω φτούθε»…
-Κάνε λίγη υπομονή και φτάνουμε, απάντησε η Μαρία χαμογελώντας, σκεφτόμενη το τι θα επακολουθούσε σε λίγο…

Πραγματικά, μετά από πέντε λεπτά έφτασαν στον προορισμό τους. Το εστιατόριο ήταν δίπλα στη θάλασσα με όμορφα διακοσμημένα τραπεζάκια, φωτισμένα με χαμηλόφωτα πορτατίφ και καλαίσθητα ανθοδοχεία με φρέσκα γαρύφαλλα.

-Καλησπέρα σας, είπε ο υπάλληλος της υποδοχής και τράβηξε τις καρέκλες για να καθίσουν οι πελάτισσες.
-Τίνος είναι ευτό το παιδί μωρ’ Μαρία; Ρώτησε η γιαγιά χωρίς να χαμηλώσει τη φωνή της.
-Σσσς! Σώπα βρε γιαγιά και μας έκανες ρεζίλι ακόμα δεν καθίσαμε, την παρατήρησε η Γιωργία διακριτικά. Το παιδί είναι ξένο, απ’ την Αθήνα και ήρθε για σεζόν.
-Τι ναι ευτό;
-Για δουλειά εποχική, για το καλοκαίρι. Είναι φοιτητής και ήρθε να βγάλει το χαρτζιλίκι του.
-Α πες το έτσι δα. Μπράβο του. Έλα δω ψυ’μ να μας φέρεις από κειό το γκουρμέ κάνε!
-Σταμάτα γιαγιά, θα μας φέρει τον κατάλογο πρώτα.
-Γιατί, ποιόνε θα πάρ’με τελέφωνο;
-Το μενού βρε γιαγιάκα, όχι τον τηλεφωνικό.
-Εγώ το γκουρμέ θέλω, όχι το μενού. Γι’ αυτό δεν ήρταμε τόσο δρόμο;
-Το μενού, είναι η λίστα με τα φαγητά του μαγαζιού.
-Και πόσα έχει δα που τα γράφει και σε κατάλογο;
-Έχει αρκετά, θα δεις, και με ένα νόημα έγνεψε στο σερβιτόρο να φέρει τα σχετικά.

Σε λίγο, το παιδί έφτασε με έναν δίσκο.

-Ορίστε το κουβέρ σας και το μενού και σε λιγάκι θα έρθω για την παραγγελία, είπε ευγενικά.
-Τι κουβέρ είναι ετούτο πάλε; Για ψωμί το βλέπω με κ’ταλοπέρουνα και κάτι μαύρα μέσα.
-Αυτό είναι το κουβέρ βρε γιαγιά.
-Και γιατί το λένε έτσι και δε το λένε καλάθι με ψωμί;
-Ε, είναι η γαλλική γλώσσα που χρησιμοποιείται στην εστίαση.
-Τι είναι ευτήνη τώρα;
-Εστίαση είναι οι επιχειρήσεις που σχετίζονται με το φαγητό.
-Μωρέ τι μαθαίνω σήμερα…
-Λοιπόν για πάρε να δοκιμάσεις λίγο απ’ αυτό το κριτσίνι χαρουπιού.
-Γου κι είναι πίσ’νο κι αρούκανο… Μαύρα σου κ’λούρια κακομοίρα που θα μου δώκεις να φάου κάρβ’νο.
-Δεν είναι κάρβουνο κυρά Κούλα, είναι από χαρούπι, είπε η Μαρία μην μπορώντας να κρατηθεί απ’ τα γέλια.
-Χαρούπι; Δηλαδή κούτσουπο; Τέτοια δίναμε σε νια γρούνα που’ χε ο Μπατάγιας, τη Λουσίντα. Τση τα μαζώναμε απ’ τση κουτσουπιές πίσω απ’ το Λιμονάρι και τση τα δίναμε να τα φάει τον Αύγουστο.
-Σε πληροφορώ γιαγιά, ότι είναι πανάκριβο το χαρουπάλευρο και μάλιστα έχει γίνει πολύ μαστ στα καλά εστιατόρια.
-Να το φάτε σεις το γουρνάλευρο. Εγώ θα φάου νια χαψά ψωμάκι άσπρο, του Θεού. Αλλά πού ‘ ναι εκειό το γκουρμέ και το βγάλαμε στη γλώσσα; Πούθε το φέρνει; Απ’ το Σπαρτεχώρι;
-Μη το γελάς κυρά Κούλα, πήρε τη σκυτάλη η Μαρία. Εκεί έχουνε γκουρμέ πολύ ωραίο: Παλαμίδι με σπαέτο.
-Α ψυχή μου… Πα’ να πει πως το γκουρμέ είναι αναούλες και ξεράσματα; Ακούς παλαμίδι με σπαέτο…Νια βολά έκατσε στο λαιμό μιανής Σπαρτεχωρίτισσας ένα αγκάθι απ’ το παλαμίδι και τη φύανε για τη χώρα. Από καλά τση ποδάρια γλίτωσε και δεν έσκασε, συμπλήρωσε φουρκισμένη.
-Λοιπόν, αποφασίσατε; Ρώτησε ο σερβιτόρος που είχε στήσει αυτί και διασκέδαζε με τις ατάκες της γιαγιάς.
-Πάλε πίσω; Είπαμε, φέρε μας από κειό το γκουρμέ και το βγάλαμε στη γλώσσα… Αν είναι παλαμίδι μη το κάμεις εδώ γιατί θα το πετάξω όθε σώνει το χέρι μου. Θα το ζβουρνήξω πέρα στα παλμαίικα, είπε εκείνη οργισμένη.
-Όχι καλέ, δεν σερβίρουμε παλαμίδι εδώ. Έχουμε πιο αντβάνς πιάτα, απάντησε το γκαρσόνι.
-Δεν είναι τσακινούμενα ευτά δα;
-Τι εννοείτε; Ποια;
-Τα πιάτα σας. Δε σπάνε σα τ’ άλλα; Πούθε τα πήρατε να πάρω κι εγώ;
-Γιαγιά δεν εννοεί τα σερβίτσια, αλλά τα φαγητά, έσπευσε να παρέμβει η Γιωργία. Και τα δυο κορίτσια, κατάλαβαν πια ότι έπρεπε να παίξουν το ρόλο του μεταφραστή, γιατί μεταξύ των γιαγιάδων και της σύγχρονης γλώσσας, υπήρχε χάος αγεφύρωτο. Είχε βέβαια την πλάκα του όλο αυτό, αλλά δεν ήθελε και πολύ για να δημιουργηθεί μια παρεξήγηση. Έτσι, συνεννοήθηκαν να έχουν τα μάτια και τα αυτιά τους ανοιχτά…
-Α, καλά αν είναι έτσι. Και για πες μας τι έχει το…μενού κάνε; Τα γράμματα είναι ψείρες και δε τα χωρίζω με το λυχνάρι που μας εκόλλησες και μας έβγαλες τα μάτια. Καλά που δεν έχεις παλαμίδι γιατί θα καρκωνόμαστούνε μες το μαύρο το σκοτάδι, επανήλθε η γιαγιά.   

Η Γιωργία της πάτησε το πόδι για να σταματήσει.

-Γου και με ξέρανες με ευτά τα τακούνια που’ ναι νιαν οργιά μανούλα μου. Κάμε παραπίσω και θα με ματαπατήσεις, διαμαρτυρήθηκε εκείνη έντονα.

Το πράγμα είχε αρχίσει να γίνεται ενδιαφέρον και για τα διπλανά τραπέζια, τραβώντας την προσοχή όλων όσων άκουγαν τη στιχομυθία.

-Θα σας πρότεινα να αρχίσουμε μ’ ένα ντιπ γιαουρτιού με δυόσμο. Ύστερα θα σας φέρω σουηδική σαλάτα με γαρίδες και σάλτσα κους κους. Ακόμα μπορείτε να δοκιμάσετε χούμους και πατάτες με σως ροκφόρ. Για να ολοκληρώσουμε τα ορεκτικά, προτείνω πλιγούρι  με κεφτεδάκια φακής Μπελούγκα και πουρέ από βολβούς ινδοκρέμμυδου, είπε με περηφάνια ο νεαρός.
-Πλιγούρι ετρώαμε στη κατοχή. Κι αν ήτανε να φάου τη φακή του Νταούτα, καθόμουνε και σπίτ’ μου. Κι εκειό το χούμους τι πράμα είναι;
-Μπελούγκα γιαγιά, όχι Νταούτα. Και το χούμους είναι πουρές από ρεβίθια. Πολύ γευστικό πιάτο, πετάχτηκε η Γιωργία.
-Α κειό μας έβγαλες τη ψυχή να φας ρεβίθια και φακή τόσα χρόνια, και τώρα που τα πλερώνεις χρυσά κάνεις αμάν;
-Δεν είναι το ίδιο. Εκτός από την ιδιαίτερη γεύση τους, είναι  και το περιβάλλον.
-Αύριο θα φκιάσω φασουλάδα και θα πάμε να σε ταϊσω πισ’ το Πολυτρίχι κάνε. Μη κουτήσεις και τσάξεις πως δε σ’ αρέσ’νε…
-Ωχ μωρέ γιαγιά, δε καταλαβαίνεις. Ας πούμε στον άνθρωπο τι να μας φέρει και ξεροστάλιασε όρθιος τόση ώρα, απάντησε ξεφυσώντας η εγγονή.
-Καλά, πες του να τα φέρει και βλέπουμε, αλλά χωρίς φακή και φασούλια, συμφώνησε η γιαγιά, επεξεργαζόμενη τον κατάλογο για τα «κυρίως»…
-Καποσάντες είναι ευτός; Ρώτησε τη Μαρία δείχνοντας το μενού.
-Κυδώνια είναι θεία.
-Τι κυδώνια μανούλα μου; Απ’ το δέντρο τα μαζώξανε δα;
-Κυδώνια τα λένε αυτά.
-Και τα κυδώνια τα κανονικά πώς τα λένε;
-Κυδώνια τα λένε κι αυτά. Θες να παραγγείλουμε μερικά μέχρι να έρθουν τα κυρίως;
-Να παραγγείλουμε ναι. Αλλά πες καλύτερα καποσάντες για να ’μαστε σίγουροι. Είναι νόστιμα κι έχω καιρό να τα ξεραθυμίσω, μονάχα πες να φέρει και κάνα λεμόνι να τα ιδούμε μην είναι ψόφια και μας θερίσ’νε. Παλιά ετρώαμε πολλά από δαύτα. Τα φέρνανε σε σακιά με τη συγκοινωνία του Πάκη και του Ροθοή και μαζί μ’ αυτά και παούρους φευγατσούλες, αναπόλησε η γιαγιά.
-Έτοιμα τα ορεκτικά σας, ακούστηκε σε λίγο ο σερβιτόρος, και συμπλήρωσε: Σήμερα έχουμε και σαν πιάτο ημέρας ριζότο με μελάνι σουπιάς, αρωματισμένο με στακοβούτυρο και παρμεζάνα, αν ενδιαφέρεστε.
-Ε μωρέ παιδί, τι είπες; Μες το ρύζι ρίξατε και τη μαυρή; Μην ερίξατε και κανένανε ολό από χταπόδι; Τι πράματα είναι ευτά π’ ακούου;
-Γιαγιά ηρέμησε, αν δοκιμάσεις θα σου αρέσει πολύ, πετάχτηκε η εγγονή της.
-Αν ήξερα πως με φέρατε κας το Βαθύ για να με ταΐσ’τε κούτσουπα, φακή και ρεβύθια κι αγουπάνθενε μαυρή από σουπιές, δεν θαν ερχόμ’νε με τίποτα μανούλα μου, είπε η γιαγιά απογοητευμένη.
-Μα γιατί βρε γιαγιάκα; Είναι εναλλακτικά φαγητά αυτά, μην κολλάς μόνο στα παραδοσιακά.
-Τότε να προτείνω κάτι άλλο; Διάκοψε ο σερβιτόρος. Τι θα λέγατε για χέλι καπνισμένο σε ξύλο οξιάς σερβιρισμένο με μελάτο αβγό πάπιας; Βέβαια υπάρχουν και μπιφτέκια κινόας με πούδρα ελιάς και τζατζίκι από αβοκάντο, συμπλήρωσε.
-Φέα να φύω! Πετάχτηκε φωνάζοντας εξοργισμένη η γιαγιά. Τι αναούλες και ξεράσματα θ’ ακούσω ακόμα; Μου μπατάρανε τ’ άντερα και γινήκανε κοκορέτσι.
-Κάτσε βρε γιαγιά και να δεις ότι θα σου αρέσουνε, την κράτησε η μικρή. Μη μας χαλάσεις τη βραδιά με την ξεροκεφαλιά σου, της είπε στενοχωρημένη.

Η θεια Κούλα, όταν είδε την εγγονή της συννεφιασμένη, έβαλε στην άκρη την ιερή της αγανάκτηση και συνθηκολόγησε παίρνοντας το πιρούνι της και αρχίζοντας να τσιμπολογάει τα ορεκτικά.

-Ε μωρή κοπέλα κάμε κοντά μη ματαφωνάξω. Εφτό το τερί κατελώνει, είναι βρώμιο. Θα τα αφήκανε χωρίς αρμούρα κοντεύει, δείχνοντας τη σως του ροκφόρ πάνω στις πατάτες.
-Όχι βρε γιαγιά, ίσα ίσα που είναι πολύ γκουρμέ φάση. Έτσι είναι η μυρωδιά του. Είναι απ’ τα ακριβότερα τυριά το ροκφόρ.
-Και που να το ξέρω να φέρω νια μισόλατα που μου κατέλωσε επέρσι απ’ το Γκιοβάνη και γιόμισε π’θούλι σπρούχνη… Εδώ θα τρώανε και τα π’θούλια κοντεύει.
-Άστο αυτό τότε και δοκίμασε τον πουρέ από τους βολβούς του ινδοκρέμμυδου. Πώς σου φαίνονται;
- Γουου δροπίκιιιιι, ψιθύρισε η γιαγιά…. Δε γλωσσάζεται. Ετσέρνιασε το κατακλείδι μου.
-Καλά, καλά είσαι υπερβολική. Πάρε τότε λίγο χούμους να δεις τι βελουδένια αίσθηση έχει.
-Αλοή… Λύσσα το κάμανε. Θέλω ένα μπότι νερό να πιω και θα κατουρ’στώ ούλη νύχτα. Θα πάρω το κανάτι απάνου.
-Μήπως τότε τα κεφτεδάκια από φακή Μπελούγκα θα σου φαινόντανε καλύτερα;
-Ευτά είναι μαύρα κι άραχνα. Ούτε να τα δω, ούτε να τα δικιμάσω. Φάτε εσείς κι εγώ θα φάου νια χαψά ψωμάκι με ευτό το άσπρο.
-Ντιπ το λένε.
-Ε βέβαια, πώς να το πούνε; Αφού δεν έχει ντίπι μέσα. Νια κοτσιλιά και τη χρυσοπλερώνεις.
- Ααα, δε σου βγάζω άκρη βρε γιαγιά, είπε το κορίτσι. Έτσι είναι τα γκουρμέ εστιατόρια. Μισό λεπτό να μας φέρει το κρεατικό που σου παρήγγειλα. Μ’ αυτό θα ξετρελαθείς.
-Έτοιμη και η πικάνια μας, ακούστηκε ο σερβιτόρος, αποθέτοντας μπροστά στη γιαγιά έναν ξύλινο δίσκο με το κρέας.
-Α  ευτό έχει ωραία μυρουδιά. Κάτσε να δικιμάσω, είπε η θεια Κούλα και πλησίασε να το κόψει.
- Ε μωρε παιδί, κι ευτό θα σαλτήσει απάνου στο τραπέζι και θα φύει. Είναι μωροζώντανο. Ούλο αίμα και ξύγκι… Πάρτο δώθε να μη το βλέπω και αναούλιασα.
-Ουφ μωρέ γιαγιά, έτσι τρώγονται οι καλές κοπές κρέατος. Ζουμερές και αφροψημένες. Αλλά κάτσε να κάνω και την τελευταία προσπάθεια. Να, πάρε αυτό το πιάτο με την πάστα.
-Τι πάστα; Ευτά είναι μακαρούνια.
-Πάστα τα λένε στα ιταλικά.
-Και την πάστα πώς τη λένε κάνε;
-Ωχ βρε γιαγιά, δοκίμασε και άσε τη γκρίνια. Πώς σου φαίνονται;
-Κριτσανιούνται. Πώς τα βγάλανε μισοβρασμένα;
-Μα είναι  αλντέντε πέστο.
- Αλτέντε. Τού’πα.

Ένα κύμα γέλιου ξέσπασε ξαφνικά απ’ τα γύρω τραπέζια, αλλά και από τα κορίτσια που συνόδευαν τη γιαγιά. Ο διάλογος είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον όλων των παρευρισκόμενων και ήταν θέμα χρόνου να μην μπορέσουν να κρατηθούν άλλο. Η γιαγιά στην αρχή αιφνιδιάστηκε, αλλά όταν διαπίστωσε ότι ήταν το επίκεντρο του ενδιαφέροντος, της άρεσε και άρχισε να κολακεύεται.

Έτσι, σκύβοντας στο αυτί της Γιωργίας, τής ψιθύρισε: «Να ματάρτουμε πάλε κάτω δω. Μόνο να μου το πεις από νωρίς να κάμω το κουμάντο μου και να’ ρτω φαωμένη…».